Εκείνη, η γειτονοπούλα του, αρκετά νεώτερη, με το κέφι και τη χαρά της ζωής έτοιμα ν' ανοίξουν μπροστά της μονοπάτια ρόδινα, φτιαγμένα από τα τριαντάφυλλα που κάποιος θα της χάριζε.
Την ερωτεύτηκε... σαν από ένστικτο ένιωσε την ανάγκη να είναι εκείνος που θα έστρωνε τα μονοπάτια της με ροδοπέταλα... έτσι κάθε πρωί κάτω απ' το παράθυρό της, άφηνε ένα τριαντάφυλλο κι ένα σημείωμα με δυο τρυφερούς στίχους, ύμνους στον έρωτά του για εκείνη, που ποτέ δεν ανταποκρίθηκε... που μάζευε όμως τα εύοσμα δώρα του, γιατί βαθιά στην ψυχή της ένιωθε την ψυχή του.
Ποτέ δεν της μίλησε, μόνο όταν τυχαία την έβλεπε μπροστά του, χαμογελούσε με όλο του το είναι.
Ποτέ δεν του μίλησε, μα μάζευε μαζί με τα τριαντάφυλλα και τα χαμόγελά του και μια μελωδία που της χάρισε μια χαραυγή, πριν ξεκινήσουν τα πουλιά να κελαηδούν.
Όταν εκείνος έφυγε, της άφησε κληρονομιά τα τριαντάφυλλα και τη μελωδία, μα πήρε μαζί του το χαμόγελο της τελευταίας συνάντησης, παγωμένο πια μα αιώνιο, γιατί γνώριζε. Γνώριζε πως εκείνη μ' αυτή την μικρή περιουσία, θα έφτιαχνε μια γλυκιά ανάμνηση, ικανή να τον κρατήσει ζωντανό για πάντα στην καρδιά της και στις προσευχές της τις μέρες των ψυχών, που μέχρι τα βαθιά της γεράματα, μνημόνευε τ' όνομά του...
Μέρα των ερωτευμένων και των ψυχών σήμερα...
Εις μνήμην
Τα χίλια φώτα που λάμπουν γύρω σου σαν ένα πέλαγος διαστημικό, σαν μάτια χωρίς ήλιο, σαν φώτα χωρίς δύναμη. Το χάος αναλαμβάνει μετά από κόπους ετών. Κι εσύ κολυμπάς σε σταγόνες αίματος. Ποδοβολητά και ακμή και πτώσεις σαν θρήνος ανελέητος, σαν άπιαστο όνειρο. Ένα ψάρι αιωρείται από τη στέγη κι εσύ στέκεσαι ξυπόλυτος επάνω στον πάγο. Το ημίφως πλέκει εγκώμια και τα μάτια σου δακρύζουν πολύχρωμα δάκρυα. Πεινάς για περιπέτεια και σάρκα και όλεθρο καθώς και για ξεχασμένα καλοκαίρια μιας νιότης ατέρμονης. Είσαι ό,τι φαντάζεσαι, ό,τι καυχιέσαι, είσαι εκείνο κι όλα μαζί. Ένα δηλαδή.
Πόση ομορφιά στην ενότητα. Ύστερα λήθη. Ένα ξενάκι σε άγριο τοπίο. Μελιστάλαχτα ουρλιαχτά και αντίφαση και αταξία. Άναρχα δομείς τα συναισθήματά σου και περιπλέκεις τις αντιδράσεις σου. Ξυπνάς και είσαι ηλιόλουστος, κοιμάσαι και είσαι ατέρμονος. Σαν τοπίο μιας άλλης εποχής πρώιμης και σίγουρα φίλα προσκείμενης. Πανάθλιες μνήμες στοιχειώνουν το φτωχό κεφάλι σου κι η σιγουριά που αποπνέει το πέτο σου γεμίζουν το δωμάτιο. Ένας παλιάτσος είσαι, ένας ηθοποιός της πλάκας, της φτηνής στιγμής. Καθρέφτης είσαι και μου μοιάζεις. Έπειτα φεύγεις και με αφήνεις μόνο με τις τύψεις μου, με τις ενοχές μου να κάνω συντροφιά. Άνθρωπος είσαι και πλατειάζεις. Γίνε πιο σύντομος, με κούρασες.
Ατημέλητη τελειότητα και καφές και μπανάνες επίσημες. Οι συνδαιτυμόνες απόψε θα φάνε τη σάρκα σου, θα γλεντήσουν τα οστά σου. Μετά τον έρωτα έγινες άγριος, θέλεις να κοιμηθείς έναν ύπνο ξεκούραστο, γεμάτο, να γεμίσεις πείσμα και να ζήσεις μια μάχη νοερή. Κάθεσαι ανακούρκουδα και ατενίζεις το φως που σε τυφλώνει. Γέρασες, ηρέμησε πια. Η νιότη σου γελάει από την άλλη άκρη. Κι εσύ ντρέπεσαι πια να την αντικρίσεις. Άνθρωπος είσαι γεμάτος σφάλματα και αυταπάτες. Όνειρα μιας άλλης εποχής αθώας και ατέλειωτης. Ρεζίλι έγινες και απόψε επέτρεψες στα δάκρυα να χορέψουν, στα όνειρα να εξεγερθούν. Αποσπασματικά γέλια είναι, σε θυμάμαι να μου λες, ότι χωρίζουν οι δρόμοι μας, ότι η πλατεία ποτέ δε θα ξαναγεμίσει από παιδιά.
Ο στοχασμός κι ο ήλιος που δύει κι όλα τ’ αστέρια αντιφεγγίζουν επάνω σου με λύσσα. Μια ψευδαίσθηση είμαστε, μια ερώτηση χωρίς ερωτηματικό, μια μνήμη δίχως πλάνο, ένας φαύλος κύκλος έρωτα. Στιγμές επίσημες και ατέλειωτες. Στραβοτιμονιά και σε σκοτώνω, ηλιθιότητα και σε πυροβολώ. Θέλεις να είμαι εσύ; Θέλεις το πέπλο να γίνει καρμπόν, το άπειρο ευχή; Θα ήθελες ένα τόσο μικρό τοπίο να στηρίζει μια τόσο μεγάλη αγάπη; Γελάς σαν να άκουσες ένα χαζό αστείο, κι εγώ το μόνο που ήθελα είναι να ονειρεύομαι μαζί σου χωρίς όρια.
Η ταύτιση με το σεντόνι σου είναι υπαρκτή. Σου αρέσουν τα παραμύθια και προτιμάς μαρμέλαδα στο πρωινό σου σαν το πιο ατελέσφορο ψέμα. Είσαι κάτι που εσύ νομίζεις, εσύ πλάθεις και, τέλος, εσύ αποδέχεσαι. Αγκάλιασέ το αυτό, είναι όμορφο, σε αγαπάει. Η μητέρα σου σε καληνυχτίζει, κι αν δεν την ξαναδείς, ίσως μόνο να τη θυμάσαι. Αντίο λοιπόν, στερνοπούλι μου, μπορεί να με ξεχάσεις, μα μια κουκκίδα του μυαλού σου θα είναι πάντα δική μου. Ανήκεις σε ό,τι επιτρέπεις, λυπάσαι αυτό που σε πονά. Οποία ησυχία, ένα άλγος ανθρώπινο μαζί κι απάνθρωπο. Η συνέχεια είναι δική σου, διαμόρφωσέ την όπως σου αρέσει. Μη φοβάσαι, ο φόβος είναι για τους μικρούς, το πάθος για τους ανελέητους.
Η σιγουριά της νιότης εμποδίζει το κέλυφος της αθωότητάς σου να σπάσει τα περίεργα όνειρα, να εξατμιστούν και τον έρωτα να ιδρώσει. Πόσες φορές αναρωτήθηκες ποιος είσαι στ' αλήθεια, πού πας, από πού έρχεσαι; Μη θυμώνεις, μην αναρωτιέσαι πια, ησύχασε, εδώ είμαι και θα σε περιμένω. Εκτός κι αν αυτό σε φυλακίζει, σε κρατά δέσμιο σε μια απρόσμενη συμπεριφορά. Εκατό φορές γέρασες απόψε και το αντίο θα το πούμε σαν σύνθημα, να μη μας πονέσει. Μια μέρα σαν στιγμή. Ηλιόλουστα απογεύματα να πίνουμε καφέ και να λέμε πράγματα καλοκαιρινά. Μια πανέμορφη ατάκα σου με διαπέρασε, σαν να μου έκανε ακτινογραφία. Με διαπερνάς κι εσύ σαν τρυπάνι, σαν κατάρα μαζί και σαν ευχή. Πόσο νόστιμα τα αστεία σου, πόσο πικάντικα τα χωρατά σου. Δέσμιος των παθών σου και των ερωτημάτων σου. Θα σε περιμένω.
Μια ανάσα μονάχα...
Άφησέ με να γίνομαι η σιωπή σου,
όταν αλλόφρονες κραυγές του αγέρα
στο πεπρωμένο πέλαγο της καρδιάς σου
θα φωνάζουν.
Ν' αποκαθηλώνω τα δάκρυα
απ' τα ωχρά σου μάτια,
όταν σ' ασκητικά, ερημονήσια όνειρα
θα ξενυχτάς.
Ν' απλώνω λευκά σεντόνια
στις φλόγες του μεσημεριού·
να τα μαγεύει ο ήλιος,
να τα γεμίζει έρωτα.
Τα καλοκαίρια στη ζωή σου να γίνομαι —
ο αντίλαλος στα κύματα του έρωτά μας.
Μια αποθαλασσιά
να γαληνεύεις τ' απόβραδα,
αγκαλιά με τους ψίθυρους της λυγαριάς.
Ακτή, στων ονείρων σου τη θάλασσα·
με τους ηδονιστικούς παφλασμούς
να πεθαίνουν — και να γεννιούνται ξανά.
Ο έρωτας, που από μέσα σου
το ξαγρυπνισμένο φως θα βγάζει,
σπαθίζοντας τ' ανέραστα σκοτάδια.
Το αδιάβροχο να είμαι
στη βροχή της άκρατης ψυχής σου.
Κι όταν οι ανήσυχες σκέψεις σου
τρέχουν ξυπόλυτες στου χρόνου τα μονοπάτια,
να παραμερίζω τις πέτρες — να μην πληγώνεσαι.
Γιατί σ' αγαπώ.
Γιατί σε νοιάζομαι.
Γιατί σε χρειάζομαι — επειδή σ' αγαπώ.
Κι εσύ, τη στερνή μου ώρα,
μια ανάσα μόνο θέλω να μου χαρίσεις —
να νιώσω πως σ' αγαπώ για λίγο ακόμα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου