Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

14 Φλεβάρη: Οι συγγραφείς της Ε.Λ.Α. γράφουν για τον έρωτα!


Η 14 Φλεβάρη έχει καθιερωθεί να τιμάται ως Ημέρα των Ερωτευμένων. Είναι η μέρα κατά την οποία το στέμμα της τιμής απονέμεται στο πιο έντονο και φλογερό συναίσθημα που γεννιέται στον άνθρωπο απ' τον ίδιο τον πόθο, την ορμή, αλλά και το πάθος του.

Με αφορμή τον Έρωτα, λοιπόν, η Ένωση Λογοτεχνών Αιγαίου αφιερώνει και φέτος σε όλους εσάς τα κείμενα που ακολουθούν, ποιήματα και πεζογραφήματα, που αναδεικνύουν για ακόμα μια φορά τη χάρη και την ομορφιά του φτερωτού κι ανυπόταχτου Άγγελου της καρδιάς μας που σήμερα έχει την τιμητική του.

Καλή σας ανάγνωση!



Φιλί  θεού

Ήσουν εκεί που άρχιζε λίγο-λίγο το φως να σβήνει,  
στο τέλος μιας ζεστής σιωπής… 
Είχες γεύση αλμύρας και καημού              
κι έναν παλμό… που, λες και ζητούσε να γεννηθεί η γη απ’ την αρχή.  
Ήμουν εκεί, στην άκρη της θάλασσας και σε περίμενα…  
Οι γλάροι μας κοίταζαν κι έφευγαν μακριά, σαν να ήταν τα λόγια μας
που δεν θέλησαν να ειπωθούν.                                                                        Τα χείλη σου άγγιξαν τα δικά μου κι όλα τα κύματα σώπασαν…                    
Ένα φιλί… σαν να ‘ταν μια ολοκαίνουργια ζωή ζωγραφισμένη πάνω στα χείλη!   
Ήσουν ένα φιλί από φωτιά, σφιχτά δεμένο σε λευκό μαντήλι,                      
δεν έγινες ποτέ η αγκαλιά, μα ο κόσμος όλος έγινε φιλί στα χείλη.                
Ο άνεμος δεν είπε μείνε, σε φύσηξε για να χαθείς,                                          
μα εγώ σε κράτησα στην άκρη εκείνης της ορφανής ρωγμής.          
Δεν γίναμε «εμείς»,                                                     
μα για μια στιγμή ήσουν το καλοκαίρι μου με σώμα και ψυχή.      
Τ’ αστέρια τ’ ουρανού μας σβήσαν, σαν να ‘ταν όρκοι σιωπηλοί  
μ’ ακόμα μέσα μου πετάς, σαν γλάρος πάνω στην πύρινη σιωπή.     
Αν κάποτε σε βρει το κύμα, στα μάτια κάποιου άλλου ουρανού,  
θυμήσου μόνο εκείνο το φιλί σου, που έμοιαζε φιλί θεού. 
Ίσως δεν γεννηθήκαμε για να ‘μαστε μαζί,  
μα για να γίνουμε κομμάτι τ’ ουρανού.
Να γίνουμε μια σπίθα σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί.    

Μαρία Βρανά Παπάλα

Για χάρη…

Μ' ένα καλάθι σου μαζεύω νούφαρα
Ένα πανέρι στολίζω μ' ανεμώνες 
Στρώνω στο διάβα σου γαρούφαλλα 
Μα εσέ δεν σ' ακουμπάνε οι χειμώνες 

Φέρνω τα καλοκαίρια μπρος στα πόδια σου 
Του φεγγαριού τη λάμψη στην ποδιά σου
Υμνώ τραγουδιστά τ' άγουρα χρόνια σου
Μα εσύ έχεις κλεισμένη την καρδιά σου

Είπα σ' ένα φλαμίνγκο λυγερόκορμο 
Να βάψει ρόζ τα μάγουλά σου
Μα συ αποζητάς πένθιμο ολόχλωμο,  
Μώβ χρώμα για την όμορφη θωριά σου

Ζήτησα από τον απλό άνθρωπο
Της εκκλησιάς τον καμπανάρη
Όταν χτυπά για τον θεάνθρωπο
Να καμπανίζει και για τη δική σου χάρη

Ως και τις πεταλούδες δωροδόκησα
Να συντροφεύουν τη μορφή σου 
Ακόμα και τούτο εδώ ευδόκησα
Μήπως και ομορφύνει η ζωή σου 

Όμως δεν παραιτούμαι να το ξέρεις
Όσες πίκρες κι αν με κεράσεις
Κάτι μου λέει πώς την άνοιξη θα φέρεις
Όταν μια μέρα θα χαμογελάσεις


Αντώνης Δουκέλλης
Ποιητική συλλογή «Ομοιοκατάληκτες Αφηγήσεις»


Σφίξε με 

Σαν μέγγενη μ' αγκαλιάζεις
τρυπώνεις σ’ όλο το σώμα μου 
τόσο σφιχτή η αγκαλιά σου.

Καρφωμένες οι φλέβες σου 
καρφιά πυρωμένα στο κορμί μου 
ταράζουν το είναι μου. 
Σαν ανταριασμένος χείμαρρος 
κυκλοφορείς μέσα στο αίμα μου 
και γίνεσαι ένα μαζί μου.  

Μπαίνεις μέσα στη σκέψη μου 
με βασανίζεις σαν φωτιά που καίει, 
σ' ένα ηδονικό χορό με παρασέρνεις
και χάνομαι στο σαγηνευτικό ρυθμό σου.

Σε λαχταρώ μ' ένα ρίγος που ξεφεύγει
και σβήνει τον κόσμο γύρω μας. 
Καυτή νιώθω την ανάσα σου 
να κυλά στις απόκρυφες πτυχές μου 
και να λιώνει την κάθε στιγμή.
Εσύ και εγώ!

Αντώνης Θαλασσέλης 


Χερουβικό στον ανύμφευτο έρωτα
Δ ό ξ α  σ ε  σ έ ν α...

Δόξα σε σένα
ανύμφευτε έρωτα
στην καρδιά μου που εννυχεύεις
ακατάλυτε και απροσμέτρητε
συνοδοιπόρε στις ανωφέρειες
της φρυγμένης ψυχής μου.
Η σιωπή σου με ταξιδεύει
στους ανεμόμυλους των ονείρων
που κυβερνούν την αγρύπνια του πόθου
κι εγώ ιέρεια της Αφροδίτης
να λυτρώνω τους οδυρμούς σου.
Έλα, στο φως, να διαβάσουμε
το νόημα του κόσμου.
Χαίρε, νυμφίε ανύμφευτε... 

Πέρθα Καλέμη
Συλλογικό έργο «Ανθολόγιο Ένωσης Λογοτεχνών Αιγαίου 2025»
Eκδόσεις Ένωση Λογοτεχνών Αιγαίου


Του έρωτα τρελή νοτιά

Αλαφιασμένη και ναζιάρα του έρωτα νοτιά 
δαιμονισμένα, παλαβιάρα χλιμιντρούσες 
τα νιάτα μας ταρακουνούσες, τα τρελά  
και τους χτύπους της καρδιάς μετρούσες. 

Τ' ανήλιαγα της λίμπιντο τα σκοτεινά ξυπνούσες 
θεότρελη του έρωτα Θεά
τις αισθήσεις έδενες, με το πάθος του σφιχτά
Ω θεοπάλαβη, των νιάτων μας νοτιά.

Καυτούς έρωτες, γύρω σου σκορπούσες 
μας σήκωνες σ' αναμμένους ουρανούς
τρελή, πάντα ξέφρενα γελούσες
ανήσυχούς πόθους πίσω σου έσερνες και φλογερούς.

Θύελλες και τη φωτιά του έρωτα γεννούσες 
με λαχτάρας κεραυνούς, τις ψυχές μας πυρπολούσες
τις φλόγες π' άναβες να τις σβήσεις δεν μπορούσες
πιο τρελή γινόσουνα νοσταλγικά τον έρωτα υμνούσες.

Κάθε πνοή κι ανάσα σου, πάντα θα θυμίζουν       
τα νιάτα μας, τρελά και οργισμένα    
θυμώντας τα, τα μάτια της ψυχής δακρύζουν 
καθώς τώρα όλα στέκουνε μακριά και ξεχασμένα.

Ευστράτιος Π. Καραβασίλης


Μη με ξεχάσεις

    Εκείνος, ένας παράξενος και γοητευτικός τύπος, μορφωμένος, γύρω στα τριάντα, μα με τα χρόνια που του απέμεναν σ' αυτήν τη ζωή μετρημένα λόγω της εύθραυστης υγείας του.
    Εκείνη, η γειτονοπούλα του, αρκετά νεώτερη, με το κέφι και τη χαρά της ζωής έτοιμα ν' ανοίξουν μπροστά της μονοπάτια ρόδινα, φτιαγμένα από τα τριαντάφυλλα που κάποιος θα της χάριζε.
    Την ερωτεύτηκε... σαν από ένστικτο ένιωσε την ανάγκη να είναι εκείνος που θα έστρωνε τα μονοπάτια της με ροδοπέταλα... έτσι κάθε πρωί κάτω απ' το παράθυρό της, άφηνε ένα τριαντάφυλλο κι ένα σημείωμα με δυο τρυφερούς στίχους, ύμνους στον έρωτά του για εκείνη, που ποτέ δεν ανταποκρίθηκε... που μάζευε όμως τα εύοσμα δώρα του, γιατί βαθιά στην ψυχή της ένιωθε την ψυχή του.
    Ποτέ δεν της μίλησε, μόνο όταν τυχαία την έβλεπε μπροστά του, χαμογελούσε με όλο του το είναι.
    Ποτέ δεν του μίλησε, μα μάζευε μαζί με τα τριαντάφυλλα και τα χαμόγελά του και μια μελωδία που της χάρισε μια χαραυγή, πριν ξεκινήσουν τα πουλιά να κελαηδούν.
    Όταν εκείνος έφυγε, της άφησε κληρονομιά τα τριαντάφυλλα και τη μελωδία, μα πήρε μαζί του το χαμόγελο της τελευταίας συνάντησης, παγωμένο πια μα αιώνιο, γιατί γνώριζε. Γνώριζε πως εκείνη μ' αυτή την μικρή περιουσία, θα έφτιαχνε μια γλυκιά ανάμνηση, ικανή να τον κρατήσει ζωντανό για πάντα στην καρδιά της και στις προσευχές της τις μέρες των ψυχών, που μέχρι τα βαθιά της γεράματα, μνημόνευε τ' όνομά του...
    Μέρα των ερωτευμένων και των ψυχών σήμερα...
    Εις μνήμην

Σοφία Καριώτου


Johnny

    Τα χίλια φώτα που λάμπουν γύρω σου σαν ένα πέλαγος διαστημικό, σαν μάτια χωρίς ήλιο, σαν φώτα χωρίς δύναμη. Το χάος αναλαμβάνει μετά από κόπους ετών. Κι εσύ κολυμπάς σε σταγόνες αίματος. Ποδοβολητά και ακμή και πτώσεις σαν θρήνος ανελέητος, σαν άπιαστο όνειρο. Ένα ψάρι αιωρείται από τη στέγη κι εσύ στέκεσαι ξυπόλυτος επάνω στον πάγο. Το ημίφως πλέκει εγκώμια και τα μάτια σου δακρύζουν πολύχρωμα δάκρυα. Πεινάς για περιπέτεια και σάρκα και όλεθρο καθώς και για ξεχασμένα καλοκαίρια μιας νιότης ατέρμονης. Είσαι ό,τι φαντάζεσαι, ό,τι καυχιέσαι, είσαι εκείνο κι όλα μαζί. Ένα δηλαδή.
    Πόση ομορφιά στην ενότητα. Ύστερα λήθη. Ένα ξενάκι σε άγριο τοπίο. Μελιστάλαχτα ουρλιαχτά και αντίφαση και αταξία. Άναρχα δομείς τα συναισθήματά σου και περιπλέκεις τις αντιδράσεις σου. Ξυπνάς και είσαι ηλιόλουστος, κοιμάσαι και είσαι ατέρμονος. Σαν τοπίο μιας άλλης εποχής πρώιμης και σίγουρα φίλα προσκείμενης. Πανάθλιες μνήμες στοιχειώνουν το φτωχό κεφάλι σου κι η σιγουριά που αποπνέει το πέτο σου γεμίζουν το δωμάτιο. Ένας παλιάτσος είσαι, ένας ηθοποιός της πλάκας, της φτηνής στιγμής. Καθρέφτης είσαι και μου μοιάζεις. Έπειτα φεύγεις και με αφήνεις μόνο με τις τύψεις μου, με τις ενοχές μου να κάνω συντροφιά. Άνθρωπος είσαι και πλατειάζεις. Γίνε πιο σύντομος, με κούρασες.
    Ατημέλητη τελειότητα και καφές και μπανάνες επίσημες. Οι συνδαιτυμόνες απόψε θα φάνε τη σάρκα σου, θα γλεντήσουν τα οστά σου. Μετά τον έρωτα έγινες άγριος, θέλεις να κοιμηθείς έναν ύπνο ξεκούραστο, γεμάτο, να γεμίσεις πείσμα και να ζήσεις μια μάχη νοερή. Κάθεσαι ανακούρκουδα και ατενίζεις το φως που σε τυφλώνει. Γέρασες, ηρέμησε πια. Η νιότη σου γελάει από την άλλη άκρη. Κι εσύ ντρέπεσαι πια να την αντικρίσεις. Άνθρωπος είσαι γεμάτος σφάλματα και αυταπάτες. Όνειρα μιας άλλης εποχής αθώας και ατέλειωτης. Ρεζίλι έγινες και απόψε επέτρεψες στα δάκρυα να χορέψουν, στα όνειρα να εξεγερθούν. Αποσπασματικά γέλια είναι, σε θυμάμαι να μου λες, ότι χωρίζουν οι δρόμοι μας, ότι η πλατεία ποτέ δε θα ξαναγεμίσει από παιδιά.
    Ο στοχασμός κι ο ήλιος που δύει κι όλα τ’ αστέρια αντιφεγγίζουν επάνω σου με λύσσα. Μια ψευδαίσθηση είμαστε, μια ερώτηση χωρίς ερωτηματικό, μια μνήμη δίχως πλάνο, ένας φαύλος κύκλος έρωτα. Στιγμές επίσημες και ατέλειωτες. Στραβοτιμονιά και σε σκοτώνω, ηλιθιότητα και σε πυροβολώ. Θέλεις να είμαι εσύ; Θέλεις το πέπλο να γίνει καρμπόν, το άπειρο ευχή; Θα ήθελες ένα τόσο μικρό τοπίο να στηρίζει μια τόσο μεγάλη αγάπη; Γελάς σαν να άκουσες ένα χαζό αστείο, κι εγώ το μόνο που ήθελα είναι να ονειρεύομαι μαζί σου χωρίς όρια.
    Η ταύτιση με το σεντόνι σου είναι υπαρκτή. Σου αρέσουν τα παραμύθια και προτιμάς μαρμέλαδα στο πρωινό σου σαν το πιο ατελέσφορο ψέμα. Είσαι κάτι που εσύ νομίζεις, εσύ πλάθεις και, τέλος, εσύ αποδέχεσαι. Αγκάλιασέ το αυτό, είναι όμορφο, σε αγαπάει. Η μητέρα σου σε καληνυχτίζει, κι αν δεν την ξαναδείς, ίσως μόνο να τη θυμάσαι. Αντίο λοιπόν, στερνοπούλι μου, μπορεί να με ξεχάσεις, μα μια κουκκίδα του μυαλού σου θα είναι πάντα δική μου. Ανήκεις σε ό,τι επιτρέπεις, λυπάσαι αυτό που σε πονά. Οποία ησυχία, ένα άλγος ανθρώπινο μαζί κι απάνθρωπο. Η συνέχεια είναι δική σου, διαμόρφωσέ την όπως σου αρέσει. Μη φοβάσαι, ο φόβος είναι για τους μικρούς, το πάθος για τους ανελέητους.
    Η σιγουριά της νιότης εμποδίζει το κέλυφος της αθωότητάς σου να σπάσει τα περίεργα όνειρα, να εξατμιστούν και τον έρωτα να ιδρώσει. Πόσες φορές αναρωτήθηκες ποιος είσαι στ' αλήθεια, πού πας, από πού έρχεσαι; Μη θυμώνεις, μην αναρωτιέσαι πια, ησύχασε, εδώ είμαι και θα σε περιμένω. Εκτός κι αν αυτό σε φυλακίζει, σε κρατά δέσμιο σε μια απρόσμενη συμπεριφορά. Εκατό φορές γέρασες απόψε και το αντίο θα το πούμε σαν σύνθημα, να μη μας πονέσει. Μια μέρα σαν στιγμή. Ηλιόλουστα απογεύματα να πίνουμε καφέ και να λέμε πράγματα καλοκαιρινά. Μια πανέμορφη ατάκα σου με διαπέρασε, σαν να μου έκανε ακτινογραφία. Με διαπερνάς κι εσύ σαν τρυπάνι, σαν κατάρα μαζί και σαν ευχή. Πόσο νόστιμα τα αστεία σου, πόσο πικάντικα τα χωρατά σου. Δέσμιος των παθών σου και των ερωτημάτων σου. Θα σε περιμένω.

Ελένη Λουκαδάκου

Για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, που στιγματίζουν…
Αξιωματικός φυλακής (απόσπασμα)

[…] Όμως το καλοκαίρι εκείνο, στο νησί σου, το έμαθα καλύτερα και απ' ό,τι ξέρω να διαβάζω του πλοίου μου το στίγμα επάνω στην οθόνη: Μόνο εσένα θα μπορούσα να αγαπήσω, γιατί είσαι εσύ το στίγμα στης καρδιάς τον χάρτη. […] 
    Το βράδυ που στο πανηγύρι χόρευες ξυπόλητη, μ' εκείνο το φουστάνι που έμοιαζε στον ήλιο του Ινδικού κάθε που λάμπει κατακόκκινος, και λύγιζες το σώμα σου στον ήχο του βιολιού, που σαν φτερούγες γλάρου ήταν τα απλωμένα χέρια σου και σαν το κύμα οι καμπύλες του κορμιού σου που αναδεύονταν, που τα πλοκάμια των μαλλιών σου σκέπαζαν τη φιλντισένια, ολόγυμνή σου πλάτη, τη νύχτα εκείνη είδα στα μάτια σου που καρφώνονταν επάνω μου σε κάθε σου στροφή, είδα τον πόθο και ένα πάθος δίδυμο με το δικό μου. Δε λάθευα, ήσουν εκεί και με περίμενες και λαχταρούσες να σε πρωτοβγάλω στο ταξίδι.  Κι εγώ λαχτάραγα να κοινωνήσω τον ιδρώτα σου. […]
    Δεν ξέρω να βαδίζω στη στεριά, ποτέ δεν ήξερα. Είχα επιλογή; Γιατί δε μίλησα; Και τι να πω; Μήπως δεν ήξερα ότι ποτέ ο πατέρας σου δε θα μας ευλογούσε- τις ξέρει αυτός τις αμαρτίες μου- ότι θα με λογάριαζε προδότη που έριξα τα μάτια μου στην κόρη του, ότι μπορεί να ήμουν φίλος κι ο καλύτερός του συνεργάτης χρόνια ολόκληρα, μα για τη Γοργονίτσα του είχε άλλα όνειρα;
    Και τι είχα άραγε εγώ να σου προσφέρω; Μου το είχες πει ξεκάθαρα, δεν ήθελες για άντρα σου θαλασσινό, σου φτάνει η αγωνία του πατέρα σου όλη σου τη ζωή. Μου το 'λεγες και η ματιά σου έψαχνε την απάντηση στα μάτια μου. Και τα κατέβασα αμέσως. Κυλούσε η θάλασσα στη φλέβα μου. Αυτήν είχα για αίμα. Και πώς να ζούσα αλλιώς;
    Το άλλο πρωί βρήκα μια πρόφαση και έφυγα. Μόνο ένα κρυφό χάδι άφησα, στα ακροδάχτυλά σου. Τράβηξες βιαστικά το χέρι σου από το δικό μου. Είχες θυμό μαζί μου. Νιώθω από τότε στην παλάμη μου πληγή. Δεν κοίταξα τα γαλανά σου μάτια, δεν το τόλμησα. Και δεν ξαναμπαρκάρησα ποτέ με τον πατέρα σου. Ποτέ δε σε ξανάδα, δεν έμαθα για σένα τίποτα. Την είχα χάσει τη δική μου θάλασσα, γιατί  φοβήθηκα να τηνε ταξιδέψω. Κι όλες οι θάλασσες της γης ήταν γραφτό μου πια να είναι ξενιτιές.

Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου
Συλλογή διηγημάτων «Αίμα στη φλέβα η θάλασσα»
Εκδόσεις Βακχικόν


Έρως

Μεγαλόπρεπος κύκνος 
σεργιάνι στους γαλαξίες
τσιμπολογώντας αστέρια 
υποκλίνεται, 
ταΐζει τ' άγρυπνα μάτια   
χορταίνοντας την πείνα τους 
μόνο με πείνα.  
Πλημμυρίδες Σελήνες 
εγκυμονούν 
μισοφέγγαρα φεγγάρια
να 'βρουν οι ποιητές να κρεμαστούν
στο λεπίδι τους
και σ' άμπωτες,
μ' ορθάνοιχτους ασκούς   
πόντζα λαμπάντα οι καπετάνιοι 
σαλπάρουν για Εκείνη
την πανώρια Ελένη
φούντο για ένα της φίλημα 
και μπουρλότο στα λιμάνια του κόσμου
π' αραξοβολούν οι αρρώστοι.  
Μεγαλόπρεπος κύκνος
αυτόφωτο πάλσαρ
σύγκορμα ψυχές σταυρανασταίνει
και ταπεινώνει το Θάνατο! 
Την πένα βουτώ 
στο μελανοδοχείο της φλέβας
συνυπογράφοντας 
τη μεγαλοσύνη.
Τ' άλλα μηδέν.
                                                                                  Γιώργος Ναούμης
Ποιητική συλλογή «Ερωσκόπιον»
Εκδόσεις Έμβρυο


Μια χασοφεγγαριά

Μια χασοφεγγαριά
θα στείλω δυο παιδιά,
σε μάγισσες στη Σμύρνη,
να μάθουν, να μου πουν,
αυτοί, που αγαπούν,
πόσοι έχουμε απομείνει;

Μια νύχτα σκοτεινή
θα στείλω στ' Αϊβαλί,
να φέρουν σιδεράδες,
να φτιάξουν φυλακή
και να κλειστώ εκεί,
γιατί έχω νταλκάδες.

Μα μιαν αστροφεγγιά
θα κλέψω τα κλειδιά
και θά 'ρθω να σε πάρω.
Και αν μου αρνηθείς
και πεις πως δεν θα ρθεις
θα σβήσω σαν τσιγάρο.

Γιάννης Παπάνης
Ποιητική συλλογή «Μια χασοφεγγαριά γεμάτη τραγούδια»
Ιδιωτική έκδοση


Μια ανάσα μονάχα...

Άφησέ με να γίνομαι η σιωπή σου,
όταν αλλόφρονες κραυγές του αγέρα
στο πεπρωμένο πέλαγο της καρδιάς σου
θα φωνάζουν.

Ν' αποκαθηλώνω τα δάκρυα
απ' τα ωχρά σου μάτια,
όταν σ' ασκητικά, ερημονήσια όνειρα
θα ξενυχτάς.

Ν' απλώνω λευκά σεντόνια
στις φλόγες του μεσημεριού·
να τα μαγεύει ο ήλιος,
να τα γεμίζει έρωτα.

Τα καλοκαίρια στη ζωή σου να γίνομαι —
ο αντίλαλος στα κύματα του έρωτά μας.

Μια αποθαλασσιά
να γαληνεύεις τ' απόβραδα,
αγκαλιά με τους ψίθυρους της λυγαριάς.

Ακτή, στων ονείρων σου τη θάλασσα·
με τους ηδονιστικούς παφλασμούς
να πεθαίνουν — και να γεννιούνται ξανά.

Ο έρωτας, που από μέσα σου
το ξαγρυπνισμένο φως θα βγάζει,
σπαθίζοντας τ' ανέραστα σκοτάδια.

Το αδιάβροχο να είμαι
στη βροχή της άκρατης ψυχής σου.

Κι όταν οι ανήσυχες σκέψεις σου
τρέχουν ξυπόλυτες στου χρόνου τα μονοπάτια,
να παραμερίζω τις πέτρες — να μην πληγώνεσαι.

Γιατί σ' αγαπώ.
Γιατί σε νοιάζομαι.
Γιατί σε χρειάζομαι — επειδή σ' αγαπώ.

Κι εσύ, τη στερνή μου ώρα,
μια ανάσα μόνο θέλω να μου χαρίσεις —
να νιώσω πως σ' αγαπώ για λίγο ακόμα…

Αλεξάνδρα Παπαπάντου-Κότερου


Είμαι

Ναι είμαι.
Δεν το κρύβω, είμαι.
Ποτέ στη ζωή μου δεν το έκρυψα.
Τίποτα
δεν έκρυψα.
Μιλάω όπως αυτός ο Λοχαγός
στην πρωινή αναφορά.
«Λέγε, είσαι ή δεν είσαι.»
«Είμαι, 
στο φουλ, είμαι.»
Δεν το κρύβω, ποτέ στη ζωή δεν έκρυψα
ούτε ζάρια,
αλλά και ούτε αυτά τα κολλημένα μου 
τα δάχτυλα,
τότε που η μάνα μου
μου έραψε το παντελόνι
του Αγίου Συμεών.
Σημάδι, ποιος ξέρει γιατί;
Πάντως, τα δάχτυλα  μου 
είναι κολλημένα,
σαν αυτόν που οδηγούσε το κάρο 
με ένα άλογο μπροστά
αφηνιασμένο.
Είμαι.
Με όλους είμαι.
Με αυτήν που σερβίρει καφέδες
με μια ελιά στο δεξιό μάγουλο.
Με αυτήν που στο λαιμό 
έχει ζωγραφισμένα τατουάζ.
Με αυτήν που περπατάει με πόδια
αδύνατα στραπατσαρισμένα.
Με αυτήν στο αναπηρικό καροτσάκι,
με αυτήν που απλώνει το χέρι
και ζητάει,
με αυτήν στο πεζοδρόμιο που περιμένει
κάποιος να φανεί.
Με την μόνη που δεν είμαι
ερωτευμένος
είναι αυτή που με σκότωσε.

Άγγελος Πάσκος


Έναστρα χείλη

Είμαι στη ράχη τού ανέμου
πλοίο ανάλαφρο που σέρνουν γλάροι
μόνον η λάμψη των ματιών σου υπάρχει

Τά έναστρα χείλη τα ευδαιμονικά
πού τα φρουρούν μύριοι αγγέλοι
ο έρωτας πού με ματώνει σα ρόδι!…

Αντώνης  Χρ. Περδικούλης
Ποιητική συλλογή «Θλίψης Τρόπαια»


Νύχτα γιορτινή
 
Μια γλύκα η νύχτα που βρέχει υποσχέσεις,
ψηλά το φεγγάρι απίθανο μοιάζει
κι ενώνουν τα χείλη και δένουν οι σχέσεις
κι ο πόθος σεργιάνι αρχινά και οργιάζει.

Ψηλά το φεγγάρι απίθανο μοιάζει,
μικραίνει η ώρα κι ο φόβος σωπαίνει
κι ο πόθος σεργιάνι αρχινά και οργιάζει,
καθώς η φωτιά του έρωτα επιμένει.

Μικραίνει η ώρα κι ο φόβος σωπαίνει,
μια ζάλη αφήνει της μέθης το κύμα,
καθώς η φωτιά του έρωτα επιμένει,
γοργά ξεπηδά, σαν παράτολμο βήμα.

Μια ζάλη αφήνει της μέθης το κύμα
και πλάθει εικόνες με χρώματα ονείρου,
γοργά ξεπηδά, σαν παράτολμο βήμα,
στον δρόμο να βγει του δικού της απείρου.

Και πλάθει εικόνες με χρώματα ονείρου,
ψυχή 'ναι, μα ρούχο φορά την αλήθεια,
στον δρόμο να βγει του δικού της απείρου,
ζητά ν' απλωθεί και να γίνει συνήθεια.

Ψυχή 'ναι, μα ρούχο φορά την αλήθεια,
μονάχα στη νύχτα μπροστά γονατίζει,
ζητά ν' απλωθεί και να γίνει συνήθεια,
για πάντα τη μοίρα που αξίζει να ορίζει.

Μονάχα στη νύχτα μπροστά γονατίζει,
τ' αστέρια ξυπνούν και της πλέκουν στεφάνι,
για πάντα τη μοίρα που αξίζει να ορίζει,
σαν δώρο η ευχή τους παράκληση κάνει.

Τ' αστέρια ξυπνούν και της πλέκουν στεφάνι
με μύριες τ' Αυγούστου ζεστές διαθέσεις,
σαν δώρο η ευχή τους παράκληση κάνει,
μια γλύκα η νύχτα που βρέχει υποσχέσεις.

Στέλλα Πετρίδου
Ποιητική συλλογή «Παντούμ»
Εκδόσεις Μετρονόμος


(Απόσπασμα)

… Ένα απόγευμα η Αμαζόνα (η Μαρία) προσπαθούσε να εξημερώσει ένα πολύ άγριο άλογο, χρώματος καφέ. Ο κύριος Κοσμάς έλλειπε, διότι πήγε στη Βόρεια Ελλάδα, προκειμένου ν’ αγοράσει καινούργια άλογα. Αυτό το άτι που προσπαθούσε να εξημερώσει εκείνη ήταν πολύ ατίθασο. Ο εργοδότης της την προειδοποίησε να μην αναλάβει να το εξημερώσει ακόμη, παρά μονάχα όταν θα γύριζε ο ίδιος. Μάλιστα θα έφερνε μαζί του κάποιον πιο έμπειρο, για να βοηθήσει.
Ο Τόλης ήταν εκεί σαν απλός θεατής, κοιτούσε από μακριά, χωρίς να προσφέρει ούτε μια χείρα βοηθείας. Το άγριο άλογο ήταν έτοιμο να χτυπήσει τη Μαρία, ορμούσε κυριολεκτικά επάνω της. Ο γιος του εργοδότη της, αντί να πάει να «βάλει κι αυτός ένα χεράκι», στεκόταν κι έβλεπε με αγωνία.
Πάνω στην ώρα έφθασε ο Αλέξης, ο οποίος μάλωσε τον Τόλη που κοιτούσε από μακριά, αντί να πάει να βοηθήσει. Ξαφνικά το άγριο άτι έριξε κάτω τη Μαρία και την έσερνε στο χώμα. Για κακή της τύχη είχε μπλέξει το σχοινί στο σώμα της και δεν μπορούσε ν’ απεγκλωβιστεί. Τότε ο Αλέξης όρμησε μέσα στον περίφρακτο χώρο της φάρμας, όπου διαδραματίζονταν τα παραπάνω, έτρεξε, άρπαξε μαχαίρι, έκοψε γρήγορα – γρήγορα το σχοινί κι ελευθέρωσε την κοπέλα, η οποία είχε τραυματιστεί κι έχασε τις αισθήσεις της. Στη συνέχεια έδιωξε το άγριο άλογο μακριά μ’ ένα ξύλο κι απομάκρυνε το κορίτσι απ’ την περιοχή. Έξαλλος από θυμό, έβαλε τις φωνές στον Τόλη που στεκόταν αποσβολωμένος και κοιτούσε.
-«Ρε συ, Τόλη, τι κάθεσαι και κοιτάς σαν ηλίθιος; Έλα, κουνήσου να βάλεις ένα χεράκι να βοηθήσουμε την κοπέλα! Έλα, τσακίσου!!!»
Στη συνέχεια με τη βοήθεια του Τόλη, μετέφερε τη Μαρία στο Νοσοκομείο. Εκεί διαπιστώθηκε κάταγμα στο αριστερό της χέρι και πόδι, καθώς και ελαφρύς τραυματισμός στο πρόσωπο. Ευτυχώς που φορούσε κράνος. Εκτός από την οικογένεια της κοπέλας, ο Αλέξης από την πρώτη στιγμή στάθηκε στο πλευρό της. Περιττό να πούμε πως κάθε πρωί που ξύπναγε στο δωμάτιο του Νοσοκομείου η Μαρία, έβλεπε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο ποτήρι της και αναρωτιόταν για το ποιος το τοποθετούσε, μέχρι που «έπιασε τον ένοχο στα πράσα».
Όταν ανάρρωσε, με μεγάλη της έκπληξη έμαθε από πρόσωπα του στενού της οικογενειακού κύκλου, ότι ο Αλέξης ήταν εκείνος που της έσωσε τη ζωή, από τη μανία του άγριου αλόγου. Επίσης τη μετέφερε στο Νοσοκομείο και ήταν στο πλευρό της όλον αυτόν τον καιρό. Φτηνά τη γλίτωσε η Μαρία, από το μεγάλο πάθος που είχε για τ’ άλογα.
Ο Αλέξης αγωνιούσε όλες αυτές τις μέρες. Πρώτη φορά στη ζωή του ερωτεύτηκε κι ένοιωσε το φόβο μην τυχόν και πάθει τίποτε η αγαπημένη του. Τόσα χρόνια κορόιδευε τον εαυτό του. 
Ο Τόλης πήγε κι αυτός να δει τη Μαρία. Επίσης ο Γιάννης, ο γιατρός βοήθησε με τη σειρά του κι εκείνος, από ιατρικής περισσότερο, πλευράς. Όμως περισσότερο συγκίνησε την τραυματισμένη «Αμαζόνα» το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Αλέξη, σε σχέση με των άλλων δύο.
Ήταν ημέρα εορτής του Αγίου Βαλεντίνου στις 14 Φεβρουαρίου. Η Μαρία περίμενε στο δωμάτιο της νοσηλείας της, για το εξιτήριο του Νοσοκομείου. Ο πατέρας της έτρεχε για τα απαιτούμενα έγγραφα. Μέχρι να τακτοποιηθούν τα χαρτιά του εξιτηρίου, ο Αλέξης εμφανίστηκε από την πόρτα του δωματίου της μ’ ένα ωραίο μπουκέτο από κόκκινα τριαντάφυλλα.
-«Ποιος στη χάρη σου, κοπέλα μου», είπε κλείνοντας πονηρά το μάτι μία ασθενής από το διπλανό κρεβάτι.
-«Τούτος εδώ ο λεβέντης κάθε μέρα σου έφερνε λουλούδια…, σ’ αγαπάει πολύ!».
Η Μαρία έμεινε αρχικά άναυδη. Δεν ήξερε τι να πει. Στη συνέχεια όλο αυθορμητισμό αγκάλιασε τον Αλέξη και του έδωσε ένα γλυκό φιλάκι στο μάγουλο, προκειμένου να τον ευχαριστήσει για όλα όσα έκανε γι’ αυτήν.
Ο πατέρας της μπήκε στο δωμάτιο και ξερόβηξε, με σκοπό να κάνει αισθητή την παρουσία του…
Τελικά, ο θεός έρωτας των Αρχαίων Ελλήνων με τα βέλη του, η θεά Αφροδίτη κι ο Άγιος Βαλεντίνος από την Ευρώπη έκαναν το θαύμα τους!!!!!

Ευστατία Ι. Σταυράκη-Μπρίμπου
Συλλογή διηγημάτων «Ερωτικές, οικογενειακές & κοινωνικές υποθέσεις»
Εκδόσεις Κέφαλος


Έρωτας στο φως της αγάπης 

Έρωτας, το αιώνιο φως της αγάπης,
ξάφνου σαν κλέφτης από χαραμάδα διαπερνά 
από τον λήθαργο της καρδιάς ξεσπά σαν θύελλα 
από το βαθύ το σκοτάδι τότε την ξυπνά. 

Ο έρωτας είναι μια θυελλώδη θάλασσα!
Αλύπητα στα βράχια την καρδιά χτυπά 
εκείνη στην πλάνη του είναι εγκλωβισμένη
στη μέθη στο άρωμά του παραδομένη.

Αιώνιο φως με πνοή αγάπης, έρωτα,
στης δίνης αφουγκράζεται αμέτρητα άστρα 
του ναυαγισμένου φεγγαριού, στην ανατολή 
μιας ευτυχίας, αγάπης προσμένει να λάμψει.

Ω, έρωτα! Σκιά του ονείρου φωνή,
με αφανείς πινελιές χρωματίζεις την ψυχή 
προβάλλοντας επιθυμίες, αράδας πόθοι,
στο αποκορύφωμα σκορπάς κρίνα ηδονής. 

Έρωτα μου! Το πολύφωτο της αγάπης 
που ρέει καυτό αίμα στις φλέβες της ψυχής, 
τραντάζεις και κυβερνάς τους χτύπους της καρδιάς 
ενώ χορεύουν στο θεϊκό σου σκοπό που πλανεύεις!

Δέσποινα Τζαννή 
Ποιητική Συλλογή «Ύμνοι προς τον Έρωτα»
Ιδιωτική έκδοση


Αγάπη μύρισε!!!

Ήταν μια ματιά 
Χιλιάδες γίναν αστέρια 
Ήταν ζεστή φωλιά 
Φωλιάσαν δύο περιστέρια 

Ήταν αγάπη Ανατολής 
Ταξίδι με φεγγάρι 
Ολάνθιστο ήταν γιασεμί 
Μύρισε αγκαλιά το μαξιλάρι 

Έγινε θάλασσα πλατιά 
Του έρωτα έγινε κύμα 
Έγινε όνειρο αληθινό 
Ανθίσανε δύο κρίνα 

Στου ήλιου την ανηφοριά 
Πιασμένοι χέρι χέρι 
Ένας αετός περήφανος 
Νεράιδα έκανε ταίρι!


Άρτεμις Τομαή
η Θαλασσινή


Ορίζοντας

Αντίκρυσα την ανατολή του ήλιου...
Χρώμα θερμό και πορφυρό 
που γέμισε την ψυχή μου με ελπίδα και φως
για την ημέρα που μόλις ξεπρόβαλλε δειλά δειλά...
Τι με περιμένει, άραγε, και αυτήν την ημέρα;
Ποιους θα γνωρίσω, ποιους θα ξαναντικρύσω; 
Ποιους θα χάσω, ποιους θα κερδίσω;
Ποιος θα με πάρει αγκαλιά και ποιος θα με κεράσει πίκρες;
Τι με περιμένει, άραγε, και αυτήν την ημέρα;
Τι θα φτιάξω και τι θα καταστρέψω;
Πόσα κάστρα ψηλά θα χτίσω
και πόσα θα τα πάρει της θάλασσας το κύμα;
Ποια γιοφύρια πέτρινα θε να διαβώ,
και σε ποια μονοπάτια δύσβατα θα περιπλανηθώ;
Τι με περιμένει, άραγε, και αυτήν την ημέρα;
Ποια απ' τα όνειρά μου θα ζωντανέψουν,
και ποια θα χαθούν στης λήθης το πηγάδι;
Αντίκρυσα και τη δύση του ήλιου...
Χρώμα εντυπωσιακό, μια πολύχρωμη παλέτα,
που μιαν ακόμη φορά μου τάζει, 
δίχως να μιλά, και για την επόμενη ημέρα…
Έρωτας, λοιπόν, για όσα ο ορίζοντας τάζει και προστάζει…

Ελένη Χατζημανώλη


Άσπρη να 'ναι η στράτα σου…

Άσπρη να 'ναι η στράτα σου, 
λευκό χιόνι στρωμένη…
Τις όμορφες στιγμές,
του χρόνου τα χαμόγελα, 
να παγώσει.
Ζωγραφισμένα στην αιωνιότητα να μείνουν.
Σαν πέπλο να σκεπάσει το όποιο παρόν σου.
Όμορφες εικόνες να βλέπουν τα μάτια σου.

Άσπρη να 'ναι η στράτα σου,
χιονισμένη…
Τα ίχνη που περπάτησες 
σημάδια να φαίνονται.
Αν χρειαστεί πίσω να γυρίσεις,
τον δρόμο εύκολα να ξαναβρείς.
Να μην χαθείς,
να μην περιπλανηθείς
αγάπη γυρεύοντας.
Το κρύο την ψυχή σου να μην περονιάζει.
Τις αισθήσεις μονάχα να ξυπνά.

Άσπρη να 'ναι η στράτα σου,
λευκό χιόνι στρωμένη… 

Χάιδω - Ειρήνη Χατζημιχάλη
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου