Στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO, τον Οκτώβρη του 1999, η 21η Μαρτίου κηρύχτηκε η Παγκόσμια μέρα της Ποίησης.
Να και το σκεπτικό της απόφασης:
«Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"»…
Ως Ένωση Λογοτεχνών Αιγαίου και με αφορμή αυτή την πολύ ξεχωριστή ημέρα για όλους μας, ποιητές και εν δυνάμει ποιητές, γιορτάζουμε την ποίηση με τις ακόλουθες δημιουργίες.
Καλή σας ανάγνωση!
Ξεχασμένες Λέξεις
Τελικά τι μας μεθάει πιο πολύ;,
η βότκα, η τεκίλα, η δυο υποβρύχια να πιείς
και να οδηγείς σαν τον Τζέιμς Μποντ;
Η μήπως η έμπνευση;,
αλλά τι είναι η έμπνευση;
Και τι είναι πιο σαρκοβόρο;,
το λιοντάρι που κρύβεις μέσα σου και το μεθάς,
ή το πεπαλαιωμένο, από τα χρόνια ξεχασμένο,
ποτό που έχεις κρυμμένο στη σοφίτα του κορμιού σου;
Μήπως το πιο σαρκοβόρο απ’ όλα, είναι αυτό,
που το βάζεις να είναι φυλακισμένο μέσα σου,
αυτή, η καθυστερημένη λέξη σου πάντα;
Αυτή τη καθυστερημένη λέξη σου,
λοιπόν καιρός είναι πλέον,
να την συμπληρώσεις στο κείμενο.
Επομένως, τους στεναγμούς μου βάζω φωτιά
και μια πύρινη λαίλαπα γίνεται, όλη αυτή η φλόγα,
που καταλύει τη ψυχή μου.
Τόσο δυνατή, η φλόγα αυτής της φωτιάς,
που καίει, τα μέσα όνειρα μου και τα βαθιά
και κρυμμένα για ‘σένα, για χρόνια αισθήματα μου.
Ένας αγέρας εμφανίζεται μετά, που τα σκορπίζει,
όλα τα αποκαΐδια της ζωής, τα οποία και ήταν,
τα μόνα ταξίδια της ζωής μου.
Ηλίας Ανεζίνος
Αυλαίας
Ἀφανεῖς ποιητές
Ξανοίχτηκαν μ΄ ἕνα κωπήλατο σκαρὶ σὲ ἰσόβιο ταξίδι,
λαμνοκόποι σὲ ὕδατα αναπαλμών ἀχαρτογράφητων,
μπρος στὶς Σειρῆνες τῆς ραστώνης
κλείνοντας μὲ βουλοκέρι τ΄ αὐτιά,
καὶ μὲ καρφιτσωμένη στὸ μουράγιο τὴ ματιά
στοῦ μπλέ τις ξελογιάστρες ἀποχρώσεις,
γαλάζιο, λαζούρι[1], θαλασσὶ
καὶ μπλὲ ρουὰ δίπλα δίπλα μὲ τὸ οὐρανί
νὰ ἐρωτοτροπεῖ.
Αὐτοτιμωρημένοι στ΄ ἄλμπουρο τῆς σερπετάδας[2],
δέσμιοι στὸ ἀντάριασμα τῆς ψυχικῆς τους σοροκάδας[3],
μὲ ἁλάτι καὶ ἁγίασμα ραντίζουνε τὶς λέξεις,
νὰ στήσουν ἀνεμόσκαλα στοῦ ρόμπολου [4]τὴ φυλλωσιά
μὲς στὴ λαλαίουσα ἀηδονοφωλιά
νὰ σιγοψάλουν «Δόξα σοι» καὶ «Βασιλεῦ Οὐράνιε».
Ἔξω ἀπὸ ἕνα φινιστρίνι ξετυλίγεται σιγά σιγά
στὰ βάθια σου, θάλασσα ποίηση, ἡ μαγεία
πότε ἀμορυτίδα τοῦ βυθοῦ,
πότε ἄστρο της τραμουντάνας
ἐνίοτε καὶ λοξοδρόμημα πρὸς νέους γαλαξίες.
Τέχνη τεχνῶν ἀνεξιχνίαστη,
τοῦ φεγγαριοῦ λαμπύρισμα στὸ μέτωπο τῶν ποιητῶν,
ματόκλαδο ἀνύσταχτο ἀμετανόητων ψυχῶν ρομαντικῶν,
μελαγχολικὸ ἀπόβραδο,
ποὺ ἀποτρέπεις τά ναυάγια μὲς στὸ λιμάνι.
Στίχοι καὶ ρίμες ἄφθονοι καί φέτος
στῆς μούσας ποίησης τὰ διεθνῆ γενέθλια,
πλίνθοι καὶ κέραμοι ἐντέχνως ἐρριμμένοι
τιμὴ περιποιοῦν πρωτίστως στοὺς ἀφανεῖς
τῆς γλώσσας σκαπανεῖς,
ὅσοι τῆς δόξας τὸ κυνήγι ἀποκήρυξαν,
μήτε γευτήκαν τὴν πικρόγλυκή της αἴσθηση.
Προτίμησαν κερὶ ν΄ ἀνάψουν στὴν Ἀξία
νὰ διακονήσουνε τὸ πνεῦμα ἀπερίσπαστοι,
νὰ μὴν ἀναλωθοῦν σὲ φθοροποιὰ γρανάζια ἀναγνώρισης,
μὴν εὐτελίζοντας τὸ νέκταρ τῆς καρδιᾶς τους,
μένοντας ἀδόξαστοι δημιουργοὶ διηνεκῶς,
ἀγκυροβολημένοι ὅμως στῆς θείας ἔμπνευσης τὸ φῶς
μὲ μονοφόρι τὴ σεμνότητα τῆς ἀξιοπρεπείας τους.
Ἔτσι κι ἀλλιῶς,
ὅ,τι κι ἂν ἐπιτάσσουν τὰ ἀλλότρια συμφέροντα
ἰσχύει νόμος δριμὺς πνευματικός
ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται
καὶ πὼς ὁ ἄξιος δημιουργός
καὶ τεθνεὼς[5] ἀκόμη δεδικαίωται.
[1] λαζούρι:ανοιχτό μπλε χρώμα
[2] σερπετάδα: ζωτική ενέργεια, όρεξη για δράση
[3] σοροκάδα: ΝΑ, δυνατός άνεμος
[4] ρόμπολο: δέντρο κωνοφόρο
[5] ὁ τεθνεώς: ὁ ἀποθαμένος
Εὔα Ἀρβανίτη-Μιχαλοπούλου
Ασπέρουσα κόρη
Ασπέρουσα μια κόρη
γοργόνα πας στην πλώρη
τις μοναξιάς ζητά τις μαύρες θάλασσες.
Μοιάζει με φαντασία
της λύπης οπτασία
οπού την έκλεψαν της θλίψης μάγισσες.
Στο δέρμα τόσοι ήλιοι
θαρρώ πως είναι χίλιοι
και στην καρδιά φυσούν οργής αγέρηδες,
βροχές κυλούν στα μάτια
αγνίζουν τα κομμάτια
από τους έρωτες τους χασομέρηδες.
Σαν φόνευμα το δάκρυ
σωπαίνει σε μιαν άκρη
κι όσες ευχές σ’ αναμονή, σερνάμενες.
Σαν σκύβαλα τα χρόνια
φαντάζουν καταφρόνια
κι οι "ευ" της κόρης οι στιγμές, περνάμενες.
Μαρία Βρανά-Παπάλα
Έν τώ υμένι
Θωπεύω τα ξόμπλια στα ηδύποτα χείλη σου
ιοστεφείς ανταύγειες στα μάτια σου εκβάλλουν.
Τη φλέβα της πλάνης αβρά χαλεύω
τέμνοντας τους ρομφαίους πόθους σου.
Μείλιγμα που δραπετεύει με τις σκιές
σ’ άγουρο κι όλβιον πετάρισμα.
Λάμνω σ’ ανήροτο μυρίοχο διάσελο
κι οι θημωνιές αφυπνίζουν τη φαντασία.
Ηδονοχαρμονή εγείρει τις συμπληγάδες
δονεί τα θεμέλια στο έρεβος των ιστών.
Ασπαίρει τις αρτηρίες η γλυκυθυμιά
καυτή λάβα ξεχύνεται πυρίμορφα.
Μυσταγωγία ηδονής η μετάλλαξη
ανάσα λυτρωτική της δίνης το ξελόγιασμα.
Αντώνης Θαλασσέλης
Η Ποίηση...
Η ποίηση που γράφεις στα φυλλοκάρδια μου
μάννα εξ ουρανού,
όαση μέσα στην έρημο,
άστρο λαμπρό στο φωτεινό μονοπάτι μου.
Οσμίζομαι το άρωμα της εικόνας σου.
Αποζητώ ν’ αντικαθρεφτίζομαι στο ποτάμι σου
να κυλάς δεμένος με το συναίσθημά μου
σαν το τρεχούμενο νερό.
Κολυμπώντας αναδίφησα
στα αρχεία του πάθους μου,
μες στα πυρφόρα μάτια σου επαναστάτησα
σκορπίζοντας στα τρίσβαθα του νου σου
τον παθιασμένο μου χορό,
ταξιδεύοντάς σε στα ουράνια δώματα.
Πέρθα Καλέμη
Συλλογικό έργο «Ανθολόγιο Ένωσης Λογοτεχνών Αιγαίου 2023»
Eκδόσεις Reprographics
Κυνηγός
Θλίψη είχαν τα μάτια σου άμα
σε πρωτοείδα,
κοκκινομάλλα όμορφη λεπτή
σαν τη μυρτιά,
αγνάντευες, δε κοίταζες, στου
νου σου τα ταξίδια,
για μια αγάπη που χάσες, που
φυγε μακριά.
Ευάλωτη, αφύλακτη, στου κυνηγού
τα θέλω,
σαν το ελάφι, αμέριμνη, που βόσκει
στη σκιά,
σε κοίταζα, αχ έβλεπα, κορμί
αγαλματένιο,
που περιμένει αιδήμονα του
γλύπτη μαχαιριά.
Σ αγκάλιασα, σε φίλησα, τη νύχτα
γίναμ' ένα,
στου πόθου την παγίδα, επιάστηκες
ξανά,
σώμα και νου παρέδωσες, αμαχητί,
σε μένα,
σα ψάρι εσπαρτάραγες στα δίχτυα
του ψαρά.
Χαράματα σα ξύπνησες δίπλα σου
δε με δες,
θήραμα ήσουν ζηλευτό μόνο
για μια βραδιά…
Θανάσης Καλλονιάτης
Ποιητική Συλλογή «Πρώτα Βήματα»
Εκδόσεις Άλφα Πι
Η αρπαγή
Φεύγοντας το καλοκαίρι εκείνο Σμύρνη μου
αλίμονο, την ομορφιά σου πόθησε, μαζί του και την πήρε...
Καπνός σκοτείνιασε τον ουρανό
για να κρύψει από τον ήλιο του, τον πόνο σου, τον φόβο σου, τον σπαραγμό σου.
Να μην κοιτάζει
τα τόσα σώματα που άψυχα κείτονταν στη γη που τα έθρεψε.
Να μην κοιτάζει
την κόκκινη θάλασσα
γαλάζια θά 'πρεπε να είναι...
Να μην κοιτάζει
το μαρτύριο όσων έζησαν κι αντίκρισαν όσα εκείνος δεν μπόρεσε.
Το βάρος των σωμάτων των ανθρώπων σου
μαρτυρικό πυκνοΰφαντο χαλί ποτισμένο μ'αίμα
σου έκοψε την ανάσα Σμύρνη μου.
Το βάρος των ψυχών τους
παγωμένο αγέρι που πάντα θα στοιχειώνει την ομορφιά σου.
... Αλαργινή πόλη όμορφη, αιώνια αγαπημένη
απέναντί σου στέκομαι, τώρα και σε κοιτώ
Όταν καθάρια φαίνεσαι, τη δόξα σου θυμάμαι
μα στην αχλή σα χάνεσαι, είναι για να ξεχνώ.
Φεύγοντας το καλοκαίρι εκείνο Σμύρνη μου
αλίμονο, την ομορφιά σου πόθησε, μαζί του και την πήρε...
Καπνός σκοτείνιασε τον ουρανό
για να κρύψει από τον ήλιο του, τον πόνο σου, τον φόβο σου, τον σπαραγμό σου.
Να μην κοιτάζει
τα τόσα σώματα που άψυχα κείτονταν στη γη που τα έθρεψε.
Να μην κοιτάζει
την κόκκινη θάλασσα
γαλάζια θά 'πρεπε να είναι...
Να μην κοιτάζει
το μαρτύριο όσων έζησαν κι αντίκρισαν όσα εκείνος δεν μπόρεσε.
Το βάρος των σωμάτων των ανθρώπων σου
μαρτυρικό πυκνοΰφαντο χαλί ποτισμένο μ'αίμα
σου έκοψε την ανάσα Σμύρνη μου.
Το βάρος των ψυχών τους
παγωμένο αγέρι που πάντα θα στοιχειώνει την ομορφιά σου.
... Αλαργινή πόλη όμορφη, αιώνια αγαπημένη
απέναντί σου στέκομαι, τώρα και σε κοιτώ
Όταν καθάρια φαίνεσαι, τη δόξα σου θυμάμαι
μα στην αχλή σα χάνεσαι, είναι για να ξεχνώ.
Σοφία Καριώτου
Σαπφική ωδή fr.2. Lobel-Page Έκδοση της Οξφόρδης
ΑΠΟ ΤΟ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΝΟ ΟΣΤΡΑΚΟ
Το ποίημα βρίσκουμε σε όστρακο της πτολεμαϊκής εποχής (4ου-1ον αιώνα π.Χ.).
Η αποκατάσταση του κειμένου έγινε από τον Ιταλό φιλόλογο Carlo Gallavotti.
Tο γεγονός χρήσης των οστράκων ως γραφική ύλη μας οδηγεί στη σκέψη πως το όστρακο είναι γραμμένο από μαθητή κάποιου αιγυπτιακού σχολείου . «Το όστρακο ήταν και η πλάκα του φτωχού σκολιαρόπαιδου…» συμφωνεί και ο Ι. Κακριδής. Ιταλοί μελετητές επιβεβαιώνουν πως όστρακα βρίσκουμε όχι μόνο στην πρωτοβάθμια αλλά και στην ανώτερη εκπαίδευση και, γενικά, για πρόχειρο γράψιμο κειμένου που προοριζόταν ν΄αντιγραφεί.
Το ποίημα αυτό ήταν πολύ γνωστό στην αρχαιότητα, γι΄αυτό και αρκετοί από τους στίχους του μας διασώθηκαν από υστερότερες μαρτυρίες.
Η ωδή απευθύνεται στην οικεία για την ποιήτρια θεότητα, Αφροδίτη, ένα σύμβολο του φλογερού και ρομαντικού έρωτα, της ομορφιάς και της γονιμότητας, είναι μια ξεχωριστή Άλλη για τη Σαπφώ, και αναφέρεται από την ποιήτρια περισσότερο συχνά από κάθε άλλο πρόσωπο. Η λυρική Μούσα που δεν φημιζόταν για την κομψότητά της ούτε για τη βελούδινη επιδερμίδα της, έχει προστάτιδά την καλλίστη των θεών, την Αφροδίτη.
Θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε ότι η ωδή γράφτηκε κατά την υποτιθέμενη διαμονή της Σαπφώς στην Κρήτη. Η Σαπφώ στη διαδρομή της από τη Λέσβο προς Σικελία πρέπει να σταμάτησε στην Κρήτη. Το τοπίο που περιγράφεται καθίσταται γνωστό ως χώρος τον οποίο η θεά πρόκειται να επισκεφτεί.Το άλσος με τις μηλιές, οι βωμοί με την ευωδία του λιβανιού είναι αναμφισβήτητες ως εικόνες μιας θεοφάνειας.
Στον ιερό κήπο αναβρύζει δροσερό νερό κελαρίζοντας ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Τα ρόδα και τα ανθισμένα λιβάδια με τις πυκνές φυλλωσιές τους είναι οικείο μέρος υποδοχής της Αφροδίτης.
Στα περισσότερα σαπφικά ποιήματα σημειώνουμε τους συγκεκριμένους κοινούς τόπους: ναός, άλσος, βωμοί, λιβάνι, κρύο νερό, ρόδα, σκιώδες μέρος, ηρεμία, ανθισμένα λιβάδια,ευωδίες.Προσπαθώντας να φανταστούμε τη Σαπφώ και το νησί της, το νησί μας, τη Λέσβο, η μνήμη μας οδηγείται «σε χρόνους μυστήριους, αιώνες ομιχλώδεις, γεμάτους από μουσική…και ρόδινους από τριαντάφυλλα-σκόρπια μαραμένα ρόδα για να τονίσουν το άρωμα των καιρών.»
Στην τελευταία στροφή η Αφροδίτη καλείται να προσφέρει νέκταρ στη συντροφιά της Σαπφώς.
Είναι γνωστές οι καλλιτεχνικές συγκεντρώσεις στη Λέσβο με πρωτοβουλία της Σαπφώς. Μάλιστα απ΄όσα ξέρουμε για την ελληνική ζωή οι κοπέλες σε τέτοιες ευκαιρίες συμμετείχαν στο χορό ή το τραγούδι.Ο πολιτισμός της εποχής εκείνης στη Μυτιλήνη βρισκόταν σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο και η τέλεια διαπαιδαγώγηση των κοριτσιών θεωρούνταν τόσο σημαντική και απαραίτητη όσο ποτέ και πουθενά κατά την αρχαιότητα.
Στον κύκλο αυτό η Τέχνη και η Χάρη δέσποζε σε κάθε εκδήλωση τους , ήταν ο συνδετικός κρίκος, η ειδοποιός διαφορά που χαρακτήριζε τα μέλη του σε σχέση με τους κοινούς θνητούς. Το σπίτι της ήταν αφιερωμένο στη φροντίδα των Μουσών, το νόημα και το καμάρι της ζωής της, φιλοδοξώντας και χτίζοντας την υστεροφημία της.
Εδώ η «μουσοπόλος» ποιήτρια είναι μύστης των καλλιτεχνικών δρωμένων, θα πιει από το κρασί των αθανάτων και μέσα από τη θεϊκή σιγαλιά θα μεταστεί στο αιώνιο υπερπέραν επιτυγχάνοντας την ηθική και ψυχική ανάτασή της. Η λέξη «κώμα» δεν υπονοεί απλώς τη μεσημεριάτικη κουφόβραση που προκαλεί υπνηλία, σε αντίθεση με το «ψύχρον ύδωρ» αλλά συνδέεται άμεσα με τη δυνατή διάβαση των ποιητών, και γενικώς των θεόπνευστων προσώπων στο Επέκεινα, το Άλλο, το Διηνεκές.
Η Σαπφώ έχει εξασφαλίσει τη δύναμη της θύμησης για το έργο της με τη Μνημοσύνη για την ίδια, και τη Μνήμη για το διαχρονικό κοινό της.
Για τη «δασκάλα» του κάλλους σε κάθε μορφή του, την υπέρμαχο του μοραλισμού,έναντι του υλιστικού πλούτου , ακούμε λόγια θαυμασμού από τον Οδυσσέα Ελύτη που τη λάτρεψε, την τίμησε και την μετέφρασε:
+«Το πρώτο πράγμα που κάνει εντύπωση στη Σαπφώ είναι η πίστη που δείχνει στην ποιητική ιδέα, η αντίληψή της ότι γράφοντας γίνεται μέτοχος της αθανασίας.Σαν να’ξερε από τότε η ποιήτρια ότι και τα εννέα δέκατα του έργου της να εξαφανίσει ο χρόνος, εκείνη ,σαν αίσθηση ζωής , θα επιβιώσει. Όπως και έγινε». Ολόκληρη η ύπαρξή της «μια συζυγία, μισή στον ουρανό και μισή στη γη, μισή στην αμφιβολία και μισή στην αθανασία», σύμφωνα με τον ποιητή.
Γεωργία Κοκκινογένη
Για το λήμμα: ποίηση
Ποίηση είναι οι στίχοι, που γκρεμίζουν τείχη.
Ένα θαλασσινό σκαρί, που όσο κι αν παλιώσει,
πάντοτε το ταξίδι ονειρεύεται
μέσα στης θάλασσας τη γαλανή, ευώδη αγκαλιά.
Είναι του πράσινου η ζηλευτή ελπίδα.
Είναι του λουλουδιού η ρίζα, που γεννά μοσχοβολιά.
Ποίηση είναι τούτη η ζωή που μας χαρίστηκε.
Χυμώδης, εύοσμη και δωροτόκα
ή σκοτεινή, επώδυνη, αβυσσαλέα,
μα πάντα προσηνής στο θαύμα, ελπιδοφόρα,
ακόμα κι όταν όλα μοιάζουνε δυσοίωνα.
Ποίηση είναι τα μάτια που τη γλύκα στάζουν,
τα λόγια που τηρούν τα υποσχόμενα,
το χέρι που απλώνεται να πιάσει το δικό σου
την ώρα που η ψυχή σου καταρρέει.
Είναι η δικαίωση και η δικαιοσύνη,
που γεννά την ανακούφιση.
Ποίηση είναι η αγάπη, που επιδαψιλεύει τη χαρά
κι η καλοσύνη, που νοηματοδοτεί την ύπαρξή μας.
Ποίηση είναι η ομορφιά που ενοικεί στο ανύποπτο.
Ποίηση είναι εκείνη η ελάχιστη στιγμή
που η ευτυχία, σαν φτερό, αγγίζει φευγαλέα την καρδιά σου.
Ευαγγελία Μινάρδου-Αδάμου
Εικονοβιβλίο πεζόμορφου ποιητικού στοχασμού
«Φωτεινές γραφές»
Εκδόσεις Γραφή
Μάρτυρας υπεράσπισης
Κλήθηκα να καταθέσω
όσα γνώριζα
για τη μελλοντική ειδεχθή
απόπειρα,
εν βρασμώ ψυχικής γαλήνης.
Μυστήρια υπόθεση.
Να είσαι και ο θύτης
υπεράνω πάσης υποψίας,
να είσαι και το θύμα
υπεράνω πάσης αμφιβολίας.
Και τώρα,
πρέπει να υπερασπιστώ
την ανυπεράσπιστη ύπαρξή μου,
να δανειστώ
αβάσιμα επιχειρήματα
που εξέπεσαν προ πολλού,
να εξαντλήσω
τα πενιχρά ελαφρυντικά μου,
να ξαναθυμηθώ
τον πρότερο έντιμο βίο μου.
Ένα ισχυρό άλλοθι
θα ήταν αρκετό άραγε ;
Κόλαφος η απόφαση.
Αθώος εξ’ αμελείας.
Κλήθηκα να καταθέσω
όσα γνώριζα
για τη μελλοντική ειδεχθή
απόπειρα,
εν βρασμώ ψυχικής γαλήνης.
Μυστήρια υπόθεση.
Να είσαι και ο θύτης
υπεράνω πάσης υποψίας,
να είσαι και το θύμα
υπεράνω πάσης αμφιβολίας.
Και τώρα,
πρέπει να υπερασπιστώ
την ανυπεράσπιστη ύπαρξή μου,
να δανειστώ
αβάσιμα επιχειρήματα
που εξέπεσαν προ πολλού,
να εξαντλήσω
τα πενιχρά ελαφρυντικά μου,
να ξαναθυμηθώ
τον πρότερο έντιμο βίο μου.
Ένα ισχυρό άλλοθι
θα ήταν αρκετό άραγε ;
Κόλαφος η απόφαση.
Αθώος εξ’ αμελείας.
Νίκος Παπαγιαννάκης
Ποίηση Αλήτισσα
Όλα, μα όλα
μόνο
για σένα.
Τα άλλα τ’ άφησα πίσω.
Από τότε δηλαδή
όταν με παρακολουθούσε.
Σ’ ένα δωμάτιο,
εσύ να φωνάζεις από πάθος
κι εγώ το ίδιο να φωνάζω
ακόμη πιο πολύ.
Ταβάνια από καλαμιές
χώμα και λάσπη οι τοίχοι,
καθόλου μόνωση.
Η άλλη τ άκουγε
γι αυτό και έγινε ότι έγινε.
Έφυγα.
Και τώρα μόνος.
Από τότε έχω μόνο εσένα
δεν με προδίδεις
δεν σε προδίδω.
Μόνο ο ήχος της καμπάνας,
μου θυμίζει ακόμη μια μετακόμιση.
Ξεχνιέμαι για λίγο,
αλλά
ασκητής,
αγιογράφος,
μοναχός,
ζω με σένα
μόνο με σένα
σ’ ένα άλλο δωμάτιο,
γεμάτο αλήτικες, ποιητικές φωνές.
Άγγελος Πάσκος
Μαγική συνταγή
Να ’χα του Άγγελου φτερά, αγάπη!
Ποια λησμονιά σε πήρε απ’ το χέρι
κι όλη η δίψα της ζωής εκλάπη,
σαν έμπηξε στη μοίρα της μαχαίρι;
Να πέταγα στον ουρανό σου πάλι!
Ω, της ευχής μου ζάλη και λαχτάρα!
Άδεια σα μείνει η ζεστή αγκάλη,
στη μοναξιά της ντύνεται κατάρα.
Ταχιά ξυπνάς μες στης αυγής τη δύση.
Το ρίγος της ανάσας μου σ’ αγγίζει.
Απάνω της κουρνιάζεις μη σ’ αφήσει
κι η ένωση το τείχος μας γκρεμίζει.
Είναι γραφτό και τώρα πια το ξέρεις.
Την Άνοιξη μονάχα συ θα φέρεις.
Στέλλα Πετρίδου
(σαιξπηρικό σονέτο)
Ποιητική συλλογή «Σονέτα της αγάπης»
Εκδόσεις Άλφα Πι
Τα παιδιά του πολέμου
Τα παιδιά που αφήσαν πίσω πατρίδα,
σπίτια, παιχνίδια και ερείπια,
«παστωμένα» μέσα σε μια βάρκα
ψάχνουν ξανά νέα ελπίδα.
Άλλα χάθηκαν στις μάχες, άλλα στη θάλασσα,
άλλα ανάπηρα, άλλα ορφανά,
άλλα πεινασμένα και γυμνά,
ψάχνουν πάλι μια νέα αγκαλιά.
Τι φταίνε τα καημένα κι αυτά,
τα λάθη των μεγάλων, έως πότε θα πληρώνουν πια;
Ποιος επιτέλους θα τα λυπηθεί,
ποιος τον πόλεμο να σταματήσει μπορεί;
Όλοι αναζητούμε την πολυπόθητη ειρήνη
να αισθανθούν τα παιδιά ηρεμία, γαλήνη,
τα δάκρυα πια να στερέψουν
τον πόνο και τη δυστυχία ν’ αποτρέψουν.
Κανένα παιδικό δάκρυ ποτέ ξανά,
ν’ ανοιχθεί μία μεγάλη αγκαλιά
ο πόνος δεν έχει χρώμα, εθνικότητα, θρησκεία,
δεν πρέπει να υπάρχει καμία κακία.
Έως πότε οι ισχυροί της γης
θα χτυπούν αλύπητα χωρίς ίχνος ενοχής;
Το χρήμα, το πετρέλαιο και το συμφέρον
πότε θα σταματήσει τους πολέμους στο μέλλον;
Καμία μάνα να μην ξανακλάψει πια
για τα χαμένα της τα παιδιά.
Εύχομαι σ’ αυτήν τη χρονιά
ν’ ακουστούν τραγούδια, γέλια, χαρά.
Τι ωραία που θα ’ταν να διοικούσαν τα παιδιά,
θα είχε χαθεί κάθε πόνος και συμφορά,
γιατί έχουν περισσότερη νοημοσύνη
και θα ’φερναν στον κόσμο την ΕΙΡΗΝΗ!!!
Ευστρατία Ι. Σταυράκη Μπρίμπου
Σ' ένα μικρό μισοσκότεινο δωμάτιο αγρυπνώ.
Κοιτώ το βάζο με τα λουλούδια που του δίνουν ζωή.
Ένα κεράκι με το μικρόφωτό του με ηρεμεί
και ξεκουράζεται το ταλαιπωρημένο μου κορμί.
Ξεχασμένα αντικείμενα απ' του χρόνου το πέρασμα,
κάποια κάδρα και σκονισμένα ξεχασμένα βιβλία.
Μια κουρτίνα σκουρόχρωμη κρεμασμένη στο παράθυρο
καλύπτει μαριονέτες που κινούνται σκιές στη ζωή.
Μια κιθάρα πεταμένη είναι απογοητευμένη.
Οι χορδές της, νότες λαχτάρας να ακουστούν προσμένει.
Μελωδίες, καημούς οποιουσδήποτε να εκφράσει,
τις πληγές κρυφές που αιμορραγούνε να θεραπεύσει.
Στο μικρό δωμάτιο όλα τούτα που στολίζουνε
ο νους μου, Θεέ μου, τα συνδυάζει με αρμονία.
Αυθόρμητα απ' την ψυχή μου βγάζουν ένα ποίημα
που στο καθένα του θα αφήσει κάποια ιστορία.
Απ' το φως του κεριού βλέπω μνήμες τοιχοκολλημένες
και η κιθάρα νότες προσμένω να μελοποιήσει!
Στα θέλω μου πάντα αχνά η ελπίδα θα υπάρχει.
Όλα έχουν νόημα, είναι ποίημα μες τη ψυχή.
Δέσποινα Τζαννή
Ερυσιχθυόνια βροχή
Ωμό το χώμα την μυρωδιά του ανέδυε
στης βροχής τον ανελέητο χτύπο
Δυνάμωνε και άτακτα σκόρπιζε
ως βρυχηθμό τον απόκοσμο ήχο
Ρόγχος σκιών στου Πλούτωνα τις πύλες
Βροτή νεμέσια φωταυγείσα την τερπνή γη
φλέβα χρυσή περίτεχνα υλοποιημένη
λούζει τ' αποκαΐδια των ιερών δασών
Εκεί που κάποτε η Άρτεμις γελοπαίζοντας
επιδίδεται με ορμή σε κυνήγι ξέφρενο
έχοντας συντροφιά της Δρυάδες κι Αμαδρυάδες
Δευκαλίωνα κατακλυσμός των Θετταλών
αλώνει τα Ηλύσια Πεδία, τα περβόλια των Εσπερίδων
Υλίος χείμαρροι βαλτώνουν τη γης
σαν πλήγωσαν και ατιμάσαν το σώμα της Περσεφόνης
όσοι φευ! τα ιερά βόδια βουλιμικά
δίχως σέβας γεύτηκαν
Άρα -γε η κάθαρσις γιατί αργεί;
Γιατί τους απογόνους των διαπραττόντων την ύβριν εβρήκε;
Ίσως αν έστω είς εκ των απογόνων θεματοφύλακας έστεκε της ιεράς βουλής
θα 'χεν ελπίδα να βάλλει την λα
πα στο ανάθεμα των Αιολείων την βραχέα μνήμη
Κι αν το πάθημα των Θετταλών
αφορμή δεν γίνει ευθύς κι άλλο η κάθαρσις θα αργεί
και των Ελλήνων όλων δεν θα αργήσει να πλήξει τα φύλα
Αιδώς Αργείοι! σ' όσους τα μάτια κλείνουν στην Α-λήθεια
γιατί της λήθης το πηγάδι εγύρεψαν να δροσιστούν οι άθλιοι Ερυσιχθίονες
Χρύσα Τσαμπίρα
Στης θλίψης μου το μονοπάτι
Έχει μπει η άνοιξη
Με ήχους και χρώματα το έχει στολίσει
Δώρο όμορφο η φύση να μου χαρίσει
Περπατάω, κοιτάω, ακούω
Ανασαίνω βαριά
Της ανηφόρας η κούραση
ένα να γίνει με της ψυχής μου το φορτίο
Σαν πούπουλο ο άνεμος να το σηκώσει
Ψηλά, πολύ ψηλά
Εκεί που η ύλη εξαϋλώνεται
Εκεί που η βαρύτητα εκμηδενίζεται
Εκεί που μπορείς και ανασαίνεις
Χάιδω - Ειρήνη Χατζημιχάλη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου